Μαμάδες σε κατάθλιψη…

Οι συνέπειες από μια μητέρα που περνάει μία περίοδο κατάθλιψης μπορούν να παρατηρηθούν από το πρώτο έτος της ανάπτυξης του παιδιού. Οι μητέρες που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αλληλεπιδράσεις με τα βρέφη τους. Είναι πιο πιθανό να έχουν παιδιά με άγχος, παρόλη τη διατήρηση της φυσικής επαφής με τα παιδιά τους. Τα βρέφη των 3 μηνών, δείχνουν «καταθλιπτικού τύπου” αντιδράσεις και μπορεί να περιλαμβάνουν αναπτυξιακή καθυστέρηση ή επιτεύγματα απώλειας, όπως τον έλεγχο των σφιγκτήρων, την διατροφή, τον ύπνο, τη γνωστική ανάπτυξη κλπ.
Μερικές φορές μπορεί να υπάρχει έκφραση θλίψης στο προσώπου του παιδιού, και συχνά εμφανίζονται αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, όπως χτύπημα του κεφαλιού ή δάγκωμα, καθώς και αυτο-καταπραϋντικές συμπεριφορές, όπως η ρυθμική κίνηση εμπρός και πίσω ή το πιπίλισμα δακτύλου. Σε γενικές γραμμές, μπορεί να εναλλάσσονται με απαιτητικές απαθείς συμπεριφορές. Οι καταθλιπτικές μητέρες συχνά δείχνουν εχθρότητα απέναντι στα παιδιά τους και μειωμένη συναισθηματική ευαισθησία. Είναι λιγότερο σε θέση να καθοδηγούν και να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους και λιγότερο αποτελεσματικές στον
καθορισμό ορίων και την πειθαρχία.
Σύμφωνα με το DSM-IV (διαγνωστικό εγχειρίδιο για την ταξινόμηση των ψυχιατρικών διαταραχών), οι καταθλιπτικές διαταραχές που ταξινομούνται ως διαταραχές της διάθεσης είναι μια ομάδα διαταραχών που χαρακτηρίζονται από διαταραχή της διάθεσης. Η συναισθηματική διάθεση είναι ο καθολικός και σταθερός συναισθηματικός τόνος που βιώνεται εσωτερικά και σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όλες κυριολεκτικά τις πτυχές της συμπεριφοράς ενός ατόμου, και την αντίληψη του κόσμου. Η εγκυμοσύνη και η λοχεία αποτελούν περιόδους με σημαντικά χαρακτηριστικά, όχι μόνον βιολογικά αλλά και ψυχολογικά. Οι ορμονικές αλλαγές στο σώμα, η ισορροπία μέσα στην οικογένεια και τη σχέση με τον σύντροφο μπορεί να προκαλέσουν ψυχολογικές διαταραχές στην γυναίκα τις οποίες συνήθως δεν είναι σε θέση να ξεπεράσει χωρίς την βοήθεια κάποιου ειδικού. Ασφαλώς η γενετική προδιάθεση, η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος και η προσωπικότητα της γυναίκας επηρεάζουν σαφώς την εμφάνιση και την κλινική έκφραση της διαταραχής.
Το μόνο σίγουρο είναι πως όσο πιο νωρίς το άτομο ζητήσει βοήθεια, τόσο γρηγορότερα θα καταφέρει να βγει από το στάδιο αυτό συνεχίζοντας να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής που πιθανόν να μην μπορεί καν να τις αναγνωρίσει ως χαρές όντας στην κατάθλιψη.

Μαρία Κωνσταντινοπούλου
Συστημική ψυχοθεραπεύτρια
Ειδική παιδαγωγός
MsC in Childpsychology